Λίστα αντικειμένων
Αρνητική ήταν η γνωμοδότηση επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Χωροταξίας, Ενέργειας και Φυσικών Πόρων του Περιφερειακού Συμβουλίου Δυτικής Ελλάδας, καταγράφοντας σειρά σοβαρών επιφυλάξεων για τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις και οι χωρικές κατευθύνσεις του σχεδίου στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας.
Στο επίκεντρο των παρατηρήσεων της Επιτροπής βρίσκονται οι περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας της Δυτικής Ελλάδας και ιδιαίτερα η Ηλεία, όπου η συνύπαρξη τουριστικών δραστηριοτήτων, γεωργικών εκμεταλλεύσεων, έργων υποδομής και προστατευόμενων οικοσυστημάτων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, το οποίο – όπως επισημαίνεται – δεν αποτυπώνεται με την απαιτούμενη σαφήνεια και τεκμηρίωση στο υπό εξέταση χωροταξικό σχέδιο.
Η Ηλεία στις περιοχές αυξημένης περιβαλλοντικής ευαισθησίας
Η υπηρεσία που εισηγήθηκε επί της ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι η Περιφερειακή Ενότητα Ηλείας αποτελεί μία από τις περιοχές όπου οι επιπτώσεις από την εφαρμογή του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου Τουρισμού απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Η παρουσία σημαντικών τουριστικών προορισμών, όπως το Κατάκολο και η Κυλλήνη, σε άμεση γειτνίαση με προστατευόμενα οικοσυστήματα και περιοχές του δικτύου Natura 2000, δημιουργεί συνθήκες αυξημένης περιβαλλοντικής πίεσης.
Η μελέτη επισημαίνει ότι στην Ηλεία η τουριστική ανάπτυξη δεν λειτουργεί αυτόνομα αλλά συνδυάζεται με άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, κυρίως με τη γεωργία και τις υποδομές μεταφορών. Η αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων μπορεί να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα, τη λειτουργία των υγροτοπικών συστημάτων, τη διαθεσιμότητα των υδάτινων πόρων και τη συνολική οικολογική ισορροπία των περιοχών που βρίσκονται υπό καθεστώς προστασίας.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο Εθνικό Πάρκο Κοτυχίου – Στροφυλιάς, έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς σχηματισμούς της Δυτικής Ελλάδας, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλαπλές πιέσεις εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών χρήσεων γης και αναπτυξιακών δραστηριοτήτων.
Οι σωρευτικές επιπτώσεις στο επίκεντρο της κριτικής
Κεντρικό σημείο της αρνητικής εισήγησης αποτελεί η διαπίστωση ότι η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων δεν προχωρά σε επαρκή και αναλυτική αποτίμηση των λεγόμενων «σωρευτικών επιπτώσεων». Πρόκειται για τις επιπτώσεις που προκύπτουν όχι από μία μόνο δραστηριότητα αλλά από τη συνδυασμένη δράση πολλών παραγόντων στον ίδιο χώρο και στο ίδιο οικοσύστημα.
Σύμφωνα με την ανάλυση της υπηρεσίας, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας χαρακτηρίζεται από έντονη επικάλυψη διαφορετικών χρήσεων και δραστηριοτήτων. Ο τουρισμός συνυπάρχει με τη γεωργική παραγωγή, τις υδατοκαλλιέργειες, τα ενεργειακά έργα και τις μεταφορικές υποδομές, δημιουργώντας ένα πλέγμα πιέσεων που δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποσπασματικά.
Στην περίπτωση της Ηλείας, οι πιέσεις αυτές συγκεντρώνονται κυρίως στις παράκτιες και προστατευόμενες ζώνες, όπου η τουριστική δραστηριότητα αναπτύσσεται παράλληλα με εκτεταμένες γεωργικές χρήσεις και σημαντικά φυσικά οικοσυστήματα. Όπως επισημαίνεται, η ταυτόχρονη ανάπτυξη διαφορετικών δραστηριοτήτων μπορεί να επιφέρει μεταβολές στη φυσική λειτουργία των οικοσυστημάτων, να αυξήσει την πίεση στους υδάτινους πόρους και να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του τοπίου.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μελέτη αναγνωρίζει μεν την ύπαρξη αυτών των κινδύνων, ωστόσο παραμένει σε επίπεδο γενικών ποιοτικών εκτιμήσεων και δεν προχωρά σε ουσιαστική ανάλυση των ορίων αντοχής των οικοσυστημάτων ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια την έκταση των πιθανών επιβαρύνσεων.
Επικάλυψη τουρισμού και Natura χωρίς σαφείς κανόνες
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί προβληματισμό αφορά τη χωρική επικάλυψη των τουριστικών κατευθύνσεων με περιοχές του δικτύου Natura 2000. Σύμφωνα με την εισήγηση, σημαντικό τμήμα των προστατευόμενων περιοχών της Δυτικής Ελλάδας εμπίπτει σε κατηγορίες όπου προβλέπεται ή επιτρέπεται η ανάπτυξη τουριστικών δραστηριοτήτων.
Η χαρτογραφική ανάλυση δείχνει ότι στις παράκτιες περιοχές της Ηλείας συνυπάρχουν τουριστικές κατευθύνσεις, προστατευόμενα οικοσυστήματα και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, δημιουργώντας ένα περίπλοκο χωρικό περιβάλλον. Ωστόσο, η Επιτροπή τονίζει ότι το υπό εξέταση σχέδιο δεν παρέχει έναν σαφή μηχανισμό ιεράρχησης των χρήσεων γης ούτε προσδιορίζει με ποιον τρόπο θα επιλύονται οι συγκρούσεις που αναπόφευκτα προκύπτουν μεταξύ αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών στόχων.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ηλεία, όπου μεγάλα τμήματα του παράκτιου μετώπου συγκεντρώνουν ταυτόχρονα σημαντικό τουριστικό ενδιαφέρον και υψηλή οικολογική αξία.
Έλλειψη χωρικής εξειδίκευσης
Η Επιτροπή ασκεί επίσης κριτική στη μεθοδολογία που ακολουθεί το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο Τουρισμού, υποστηρίζοντας ότι η κατηγοριοποίηση των περιοχών γίνεται κυρίως σε επίπεδο δημοτικών ενοτήτων και όχι με βάση τις πραγματικές λειτουργικές και περιβαλλοντικές ενότητες του χώρου.
Κατά την άποψη της υπηρεσίας, η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τη συνέχεια των οικοσυστημάτων, τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά των παράκτιων περιοχών ούτε τη συγκέντρωση πολλαπλών δραστηριοτήτων σε συγκεκριμένες ζώνες. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται μια αποσπασματική εικόνα που δυσκολεύει την εφαρμογή των χωροταξικών κατευθύνσεων και δεν επιτρέπει την αποτελεσματική διαχείριση των συγκρούσεων μεταξύ τουρισμού, πρωτογενούς παραγωγής και προστασίας του περιβάλλοντος.
Απουσιάζουν δείκτες και όρια ανάπτυξης
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην απουσία ποσοτικών κριτηρίων για την αξιολόγηση των επιπτώσεων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι δεν προσδιορίζεται η φέρουσα ικανότητα των περιοχών, δεν υπάρχουν δείκτες τουριστικής πυκνότητας ούτε καθορίζονται όρια ως προς την ένταση της ανάπτυξης που μπορεί να υποστηρίξει κάθε περιοχή.
Η έλλειψη αυτών των εργαλείων καθιστά δύσκολη την εκτίμηση των πραγματικών επιπτώσεων του σχεδίου και δεν επιτρέπει την πρόβλεψη των πιέσεων που ενδέχεται να αναπτυχθούν στο μέλλον, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Ηλεία όπου συνυπάρχουν ευαίσθητα οικοσυστήματα και ισχυρό αναπτυξιακό ενδιαφέρον.
Τρία τα ζητούμενα
Στο τελικό της συμπέρασμα η υπηρεσία καταλήγει ότι η δέουσα εκτίμηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου Τουρισμού παρουσιάζει μια γενική εικόνα της σχέσης μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης και προστατευόμενων περιοχών, χωρίς όμως να συνοδεύεται από την απαιτούμενη χωρική εξειδίκευση, ποσοτική τεκμηρίωση και ολοκληρωμένη ανάλυση των σωρευτικών επιπτώσεων.
Ειδικά για την Ηλεία, υπογραμμίζεται ότι δεν αποτυπώνεται επαρκώς η ένταση και η έκταση των πιέσεων που ασκούνται στις παράκτιες και προστατευόμενες ζώνες, όπου παρατηρείται σημαντική επικάλυψη τουριστικών κατευθύνσεων και περιοχών Natura 2000. Παράλληλα, δεν προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η τουριστική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τους στόχους διατήρησης των προστατευόμενων οικοσυστημάτων.
Με αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή Περιβάλλοντος εισηγείται αρνητικά επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ζητώντας ουσιαστικότερη χωρική εξειδίκευση, σαφείς κανόνες για τις περιοχές πολλαπλών πιέσεων και πληρέστερη τεκμηρίωση των επιπτώσεων πριν από την οριστική προώθηση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό.
Πηγή: https://www.patrisnews.com
